USAAF
B-24J LIBERATOR PILOT
786TH BOMBARDMENT SQUADRON / 466TH BOMBARDMENT GROUP
Ο Λοχαγός (Ι) Anthony Carras, γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1920, στο Detroit τού Michigan, και οι γονείς του ήταν Έλληνες Μικρασιάτες, οι οποίοι προέρχονταν από την περιοχή της Σμύρνης. Σε ό,τι αφορά το κοινωνικό τους υπόβαθρο, ο πατέρας του Χαράλαμπος Καράσογλου, εξασκούσε το επάγγελμα του μάγειρα και όντας Τούρκος υπήκοος, αναγκάστηκε να υπηρετήσει στον Τουρκικό Στρατό, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Η σύζυγός του, Αικατερίνη (Κατίνα) Καράσογλου, είχε Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, με αποτέλεσμα να μιλά άπταιστα Ελληνικά και Γαλλικά. Η εύπορη οικογένειά της, ανήκε στην καλή κοινωνία της Σμύρνης. Όταν ο Χαράλαμπος εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, έχοντας καταφέρει να επιβιώσει του πολέμου, άρχισε να καταλαβαίνει ότι το μέλλον του Μικρασιατικού Ελληνισμού είχε καταστεί πλέον αβέβαιο, εξαιτίας των πρωτοφανών γεωπολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων, που λάμβαναν χώρα στην ευρύτερη περιοχή. Ειδικά μετά την εμφάνιση του κινήματος των Νεότουρκων το 1908 και τις πολιτικές εκφοβισμού που άρχισαν να εφαρμόζουν, εναντίον των χριστιανών υπηκόων, πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να στραφούν στην λύση της μετανάστευσης. Αυτό συνέβαινε γιατί οι Νεότουρκοι, θεωρούσαν τους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς, δηλαδή τους Έλληνες και τους Αρμένιους, ως υπεύθυνους, για την απώλεια εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ήττα της Τουρκίας στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τον Μάιο του 1919, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας την υποστήριξη των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Άγγλων και Γάλλων, διέταξε την απόβαση Ελληνικών στρατευμάτων στην Σμύρνη, με «Συμμαχική εντολή», για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού, από τυχόν βιαιοπραγίες των Νεότουρκων εθνικιστών. Στα πρώτα στάδια του πολέμου, ο Ελληνικός Στρατός, δίνοντας μια σειρά από νικηφόρες μάχες, εναντίον των Τούρκων, προέλασε στην ενδοχώρα και κατάφερε να φτάσει λίγο έξω από την Άγκυρα. Παρόλα αυτά, η απόφαση της μετανάστευσης για τον 35άχρονο Χαράλαμπο και την 30άχρονη Κατίνα, πάρθηκε τελικά το καλοκαίρι του 1920, λίγους μήνες μετά τον γάμο τους. Έτσι λοιπόν, το ζευγάρι αναχώρησε από την Σμύρνη για το λιμάνι του Πειραιά, τον Ιούνιο του 1920. Εκεί μετεπιβιβάστηκαν στο υπερωκεάνειο «ΠΑΤΡΙΣ», στις 23 Ιουνίου, φθάνοντας τελικά στην Νέα Υόρκη, στις 14 Ιουλίου 1920. Στα αρχεία του Ellis Island τα ονόματά τους καταγράφηκαν ως Charalambos Karasoglos και Katina Karasoglous. Αξίζει να σημειωθεί πως η Κατίνα, εκείνη την περίοδο ήταν ήδη έγκυος, τριών μηνών. Το ζευγάρι αρχικά εγκαταστάθηκε στο Gulfport του Mississippi, κοντά σε έναν θείο της νεαρής γυναίκας, ο οποίος ονομαζόταν Angelos Saricopoulos, όμως μετά από λίγους μήνες, μετακόμισαν στο Detroit τού Michigan. Σύντομα, ο Χαράλαμπος αποφάσισε να αλλάξει το ονοματεπώνυμό του, σε “Harry J Carras”, για να προφέρεται πιο εύκολα.
Εν τω μεταξύ, διάφορες επιπλοκές που παρουσιάστηκαν, κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, οδήγησαν την Κατίνα σε πρόωρο τοκετό, με αποτέλεσμα ο Anthony Carras να γεννηθεί πρόωρα, στις 23 Νοεμβρίου 1920, ζυγίζοντας ως νεογνό, μόλις 1,5 κιλό. Παρόλα αυτά, το επτά μηνών βρέφος επιβίωσε, έχοντας όμως ένα μόνιμο σημάδι στο μέτωπό του, το οποίο προκλήθηκε κατά την γέννα, από μία ιατρική λαβίδα. Μεγαλώνοντας όμως λίγο, έγινε φανερό, ότι θα μεταμορφωνόταν σε ένα όμορφο μωρό, με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Οι γονείς της Κατίνας, που εξακολουθούσαν να ζουν στην Σμύρνη, εξέφρασαν σε μία επιστολή τους, την έντονη επιθυμία τους, να δουν από κοντά, το νεογέννητο εγγόνι τους. Έτσι λοιπόν, τον Ιούλιο του 1922, η Κατίνα, διασχίζοντας και πάλι τον Ατλαντικό και την Μεσόγειο, ταξίδεψε με το 20 μηνών βρέφος της και επισκέφτηκε την γενέτειρά της. Δυστυχώς έναν μήνα αργότερα, τον Αύγουστο του 1922, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση, εξαναγκάζοντας τον αποδυναμωμένο Ελληνικό Στρατό, σε διαρκή υποχώρηση. Μετά την κατάρρευση του μετώπου, ακολούθησαν φοβερές σφαγές του άμαχου πληθυσμού, με αποκορύφωμα την πυρπόληση της Σμύρνης! Μέσα στην λαίλαπα του πολέμου, η Κατίνα κατέληξε κρυμμένη στα χαλάσματα ενός σπιτιού, να κρατά τρομαγμένη το μωρό της στην αγκαλιά της. Μαζί με την μητέρα της και την γιαγιά της, αποτελούσαν πλέον τα μόνα διασωθέντα μέλη, της οικογένειας των γονιών της. Τελικά, χάρη σε έναν μουσουλμάνο γείτονά τους, ο οποίος τις προστάτεψε και τις φυγάδευσε, κατάφεραν να επιβιβαστούν σε ένα πλοίο, το οποίο μετέφερε πρόσφυγες στην Ελλάδα. Έτσι, ο μικρός Anthony-Odysseus Carras, πριν ακόμη προλάβει να συμπληρώσει το δεύτερο έτος της ηλικίας του, είχε καταφέρει δύο φορές, να ξεφύγει από τον θάνατο. Αξίζει να σημειωθεί πως, με εξαίρεση την Κατίνα και τον Anthony, οι υπόλοιπες δύο γυναίκες, παρέμειναν συνολικά δύο χρόνια, σε καταυλισμούς προσφύγων, αρχικά στην Μυτιλήνη και την Αθήνα, αλλά και αργότερα στους χώρους διαμονής μεταναστών τού Ellis Island, προσπαθώντας να εισέλθουν στις ΗΠΑ, διότι στην «Καταστροφή της Σμύρνης», είχαν χάσει όλα τους τα νομικά έγγραφα και τις ταυτότητές τους. Η ταλαιπωρία τους έλαβε τέλος, το 1924, με την οριστική νομική διευθέτηση του προβλήματός τους και την άδεια εισόδου που τους δόθηκε. Στην επόμενη δεκαπενταετία, μέχρι το 1940, τα μέλη της οικογένειας έζησαν μία ειρηνική και ευημερούσα ζωή και ο μικρός Anthony σιγά – σιγά μεταμορφώθηκε σε έναν αθλητικό νεαρό, με ευγενικό χαρακτήρα, που του άρεσαν με πάθος τα αεροπλάνα. Η αείμνηστη κόρη τού Anthony Carras, κυρία Cathy Carras Cwiok, είχε δηλώσει το 2017, σε συνέντευξή της στον Γεώργιο Χαλκιαδόπουλο, τα εξής:
«Η πρώτη γλώσσα τού μπαμπά μου ήταν τα Ελληνικά και μετά τα Γαλλικά. Όταν έφτασε η ώρα να πάει στο σχολείο, τότε άρχισε να μαθαίνει Αγγλικά. Με τους γονείς του μιλούσε πάντοτε στα Ελληνικά, σε όλη τους τη ζωή. Δεν είμαι σίγουρη γιατί διάλεξαν να του δώσουν το όνομα Anthony. Πάντως το μεσαίο του όνομα ήταν Ulysses, αλλά το πρόφερε πάντοτε στην μητρική του γλώσσα (σ.σ. Οδυσσέας). Ο μπαμπάς μου πέρασε τα πρώτα 13 χρόνια της ζωής του στο Michigan, όμως το 1933 μετακόμισαν οικογενειακώς στη Νέα Υόρκη. Εκεί, ο παππούς μου, ο Χαράλαμπος, δηλαδή ο παππούς μου, έπιασε δουλειά ως μάγειρας στο πολυτελέστατο ξενοδοχείο “Waldorf Astoria”, στο Manhattan. Μετά από λίγα χρόνια έφτασε να είναι ο “Head Chef” της κουζίνας. Παράλληλα η γιαγιά μου η Κατίνα, δούλευε ως μοδίστρα. Όσον αφορά την ενηλικίωση τού πατέρα μου, όταν έγινε 18 χρονών, έπιασε δουλειά στην εταιρεία “Sikorsky Aviation Corporation”, γιατί ήθελε να γίνει αεροναυπηγός. Όταν όμως ξέσπασε ο πόλεμος, κατατάχτηκε στην Αεροπορία και υπηρέτησε ως πιλότος βομβαρδιστικών, φθάνοντας μέχρι τον βαθμό του Λοχαγού. Μεταπολεμικά αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κόσμο του θεάματος και έγινε επιτυχημένος παραγωγός και σκηνοθέτης, ταινιών του Χόλυγουντ».
ΣΤΗΝ USAAF KAI THN 8H AEΡΟΠΟΡΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ
Έτσι λοιπόν, ο Anthony Carras, δύο περίπου μήνες μετά την Ιαπωνική επίθεση στο Pearl Harbor, εισήλθε στις τάξεις της Αμερικανικής Αεροπορίας Στρατού, στις 15 Φεβρουαρίου 1942 και αιτήθηκε να εκπαιδευτεί ως Δόκιμος Αεροπόρος, λαμβάνοντας ως αριθμό στρατιωτικού μητρώου, το νούμερο O-767993 . Πιθανότατα αποφοίτησε στα τέλη του 1942, με την Τάξη Class 42-Κ, όμως οι οικείοι του δεν διαθέτουν κάποιο στρατιωτικό έγγραφο, που να υποδεικνύει σε ποιες Αεροπορικές Βάσεις έλαβε την εκπαίδευσή του. Έχοντας επιτύχει υψηλή βαθμολογία, επιλέχθηκε ως χειριστής βαρέων βομβαρδιστικών B-24 Liberators και μετατέθηκε ως εκπαιδευτής, στην Αεροπορική βάση του Lowry Field, στο Colorado. Εκεί υπηρέτησε, επί 18 μήνες περίπου, από τις αρχές του 1943 έως τα μέσα του 1944, εκπαιδεύοντας αεροπορικά πληρώματα, διαφόρων Πτερύγων Βομβαρδισμού, οι οποίες εκτελούσαν επιχειρησιακή εκπαίδευση, πριν σταλούν στην πρώτη γραμμή. Στις 13 Μαρτίου 1944, νυμφεύθηκε την αγαπημένη του Catherine M Davis, ενώ λίγους μήνες αργότερα υπέβαλε αίτηση για υπερατλαντική υπηρεσία, σε κάποιο πολεμικό μέτωπο. Ο Carras μέχρι εκείνη την στιγμή είχε εκπαιδεύσει τα πληρώματα της 380ης και της 466ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού οι οποίες εστάλησαν, αντίστοιχα, στον Ειρηνικό και στην Ευρώπη. Έχοντας συνδεθεί στενά με πολλούς από τους συναδέλφους του, ένιωθε πως είχε την ηθική υποχρέωση, να υπηρετήσει και αυτός σε μία Μονάδα πρώτης γραμμής και να μοιραστεί μαζί τους, τούς ίδιους κινδύνους. Στα μέσα του 1944, η παραγωγή νέων ιπταμένων χειριστών και μελών πληρωμάτων, βρισκόταν πλέον στο απoκορύφωμά της, καθώς χιλιάδες αεροπόροι αποφοιτούσαν κάθε μήνα, από τα διάφορα κέντρα εκπαιδεύσεως των ΗΠΑ, υπερκαλύπτοντας έτσι τις ανάγκες της USAAF, σε ιπτάμενο προσωπικό. Έτσι λοιπόν, ο Υπολοχαγός (Ι) Carras υπέβαλλε αίτηση, για να απαλλαχθεί από τα καθήκοντα τού εκπαιδευτή, προκειμένου να μετατεθεί στο Ευρωπαϊκό Θέατρο Επιχειρήσεων και να υπηρετήσει μία πλήρη θητεία 35 πολεμικών αποστολών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τοποθετηθεί στην 786η Μοίρα, της 466ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού (786th Bomb Squadron, 466th Bombardment Group), η οποία εκείνη την περίοδο έδρευε στο Attlebridge, στο Norfolk της Αγγλίας και υπάγονταν στην 8η Αεροπορική Δύναμη (Eighth Air Force).

Ο Υπολοχαγός (Ι) Anthony Carras (Καράσογλου), ελληνικής καταγωγής από τη Σμύρνη, φωτογραφίζεται με την επίσημη στολή της USAAF κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (UPL23589)

Ο Υπολοχαγός (Ι) Anthony Carras φωτογραφίζεται όρθιος, δεύτερος από αριστερά, μαζί με μέλη πληρώματος της 380ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού της USAAF, τα οποία εκπαίδευσε ο ίδιος στο πλαίσιο της επιχειρησιακής προετοιμασίας της μονάδας. Πρώτος από αριστερά διακρίνεται ο Υπολοχαγός (Ι) John Herbst, κυβερνήτης και αρχηγός του πληρώματος, ενώ ο συγκυβερνήτης Υπολοχαγός (Ι) Robert Ingersoll απουσίαζε κατά τη λήψη της φωτογραφίας. Η σκηνή αποτυπώθηκε πιθανότατα στις αρχές του 1943, στην Αεροπορική Βάση Lowry Field του Colorado, λίγο πριν η Πτέρυγα αναπτυχθεί στο μέτωπο του Ειρηνικού για μάχιμες επιχειρήσεις. (http://380th.org)

Ο εικονιζόμενος Ταγματάρχης (Ι) John M. Jacobowitz, Διοικητής της 786ης Μοίρας Βομβαρδισμού, ήταν ο χειριστής του B-24J, 42-95511, με το οποίο συγκρούστηκε το B-24J, 44-40208 "The DUCHESS I”, το οποίο χειριζόταν ο Υπολοχαγός (Ι) Anthony Carras. (UPL17295)

Ο καλλιτεχνικός διάκοσμος στο ρύγχος του B-24J, αριθμός 44-40328, φιλοτεχνήθηκε από τον λοχία (Sgt.) Duane Bryers, όταν το αεροσκάφος εξήλθε από τη γραμμή παραγωγής και παραδόθηκε στην 493η Πτέρυγα Βομβαρδισμού. Επειδή όμως εφοδιάστηκε αργότερα με B-17G, το εν λόγω βομβαρδιστικό μεταφέρθηκε τελικά στην 34η Πτέρυγα Βομβαρδισμού. Όταν και αυτή η μονάδα μετέπεσε σε B-17, το «This Above All» μεταφέρθηκε εκ νέου, τον Οκτώβριο του 1944, αυτή τη φορά στην 466η Πτέρυγα Βομβαρδισμού, στο Attlebridge. Παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου και αποδείχθηκε τυχερό αεροσκάφος, καθώς χρησιμοποιήθηκε από διάφορα πληρώματα σε πολυάριθμες αποστολές. Αργότερα επαναπατρίστηκε στις ΗΠΑ, όπου οδηγήθηκε προς διάλυση (scrap). (FRE2036)

Το B-24J με αριθμό 44-40328 ήταν ένα από τα αεροσκάφη της παραλλαγής B-24J-155-CO, μία από τις τελευταίες εκδόσεις παραγωγής του τύπου από το εργοστάσιο της Consolidated στο Σαν Ντιέγκο (CO = Consolidated, San Diego). Η έκδοση -155-CO περιλάμβανε βελτιώσεις στην αεροναυτική υποδομή, όπως ενισχυμένες πτέρυγες, αναβαθμισμένο σύστημα οξυγόνου, και σταθερό ηλεκτρονικό εξοπλισμό για τον πίνακα ελέγχου και τα συστήματα πλοήγησης, ενώ διατηρούσε τον χαρακτηριστικό θόλο του βομβαρδιστή και τον οπλισμό των δέκα πολυβόλων .50 cal. Το συγκεκριμένο αεροσκάφος, φέροντας τα διακριτικά “U8-T” και την ονομασία “THIS ABOVE ALL”, υπηρέτησε με την 786η Μοίρα Βομβαρδισμού της 466ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού (8η Αεροπορική Δύναμη) και έλαβε μέρος σε πλήθος αποστολών από τη βάση RAF Attlebridge στην Αγγλία, στο πλαίσιο της στρατηγικής εκστρατείας των Συμμάχων για την καταστροφή της γερμανικής πολεμικής υποδομής κατά το 1944–1945. Η 466η Πτέρυγα Βομβαρδισμού έφθασε στην Ευρώπη την άνοιξη του 1944 και πραγματοποίησε την πρώτη της αποστολή στις 22 Μαρτίου του ιδίου έτους, στοχεύοντας βιομηχανικές εγκαταστάσεις στο Μιστλάου της Γερμανίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχειρησιακής της δράσης συμμετείχε σε πολυάριθμες επιδρομές εναντίον εργοστασίων συνθετικών καυσίμων, συγκοινωνιακών κόμβων, αεροδρομίων και υποδομών της Luftwaffe, ενώ υποστήριξε και τις χερσαίες επιχειρήσεις, βομβαρδίζοντας στόχους πριν και κατά τη διάρκεια της Απόβασης στη Νορμανδία, καθώς και στη διάρκεια της Μάχης των Αρδεννών. Η 786η Μοίρα, μία από τις τέσσερις της πτέρυγας, διακρίθηκε για την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα των πληρωμάτων της, ενώ οι απώλειες της μονάδας παρέμειναν σχετικά συγκρατημένες, ιδιαίτερα σε σύγκριση με άλλες μονάδες της 8ης Αεροπορικής Δύναμης. (Copyright Bertrand Brown aka Gaetan Marie)
Ο Carras ανατέθηκε ως συγκυβερνήτης στο πλήρωμα του Υπολοχαγού (Ι) Harry C. Merritt και μετά από την απαραίτητη εκπαίδευση, στις ΗΠΑ, για να μάθουν οι άνδρες του πληρώματος να ενεργούν και να συνεργάζονται ως ομάδα, ξεκίνησαν για το υπερατλαντικό τους ταξίδι, μεταφέροντας ένα Β-24J στην Αεροπορική βάση του Attlebridge, στην οποία αφίχθησαν στις αρχές Οκτωβρίου του 1944. Η συγκεκριμένη Πτέρυγα είχε ήδη στο ενεργητικό της 7 μήνες επιχειρησιακής δράσης με αποτέλεσμα, η ανάγκη για νέα πληρώματα και αντικαταστάτες, να είναι συχνή, εξαιτίας των απωλειών που είχε υποστεί, αλλά και των μεταθέσεων όσων ολοκλήρωναν την θητεία τους στο μέτωπο. Έτσι λοιπόν εντάχθηκαν στο δυναμολόγιο της 786ης Μοίρας Βομβαρδισμού και καταγράφηκαν με την κωδική αρίθμηση“Crew #671”. Ακολούθησαν κάποιες πτήσεις εξοικείωσης με τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής του αεροδρομίου και τελικά, ο Carras και οι συνάδελφοί του, έλαβαν το βάπτισμα του πυρός, στις 14 Οκτωβρίου 1944. Επρόκειτο για μία αποστολή βομβαρδισμού, σε ένα συγκρότημα εργοστασίων, στο Kaiserslautern της Γερμανίας. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 17 Οκτωβρίου 1944, συμμετείχαν στον βομβαρδισμό ενός σταθμού συγκέντρωσης σιδηροδρομικών οχημάτων στην Κολωνία. Για τους άνδρες του πληρώματος, η πρώτη τους επαφή με τα πυκνά αντιαεροπορικά πυρά και τις φονικές επιθέσεις των Γερμανικών καταδιωκτικών, αποτέλεσε μία τρομακτική εμπειρία, όμως στις αποστολές που ακολούθησαν, έμαθαν να υπομένουν στωικά τις εκρήξεις των αντιαεροπορικών βλημάτων, κατά την πορεία τους προς τον στόχο, να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τυχόν βλάβες στα διάφορα συστήματα τού βομβαρδιστικού τους και να αντιμετωπίζουν με επιτυχία τα εχθρικά αεροσκάφη. Παράλληλα συνειδητοποίησαν ότι στο εξής, οι απώλειες συναδέλφων στις πολεμικές αποστολές, θα αποτελούσαν πλέον ένα αναπόφευκτο και συχνό φαινόμενο. Παρόλα αυτά, το πλήρωμα έμελλε να βιώσει μία από τις πιο τρομακτικές εμπειρίες της θητείας του, όχι πετώντας πάνω από εχθρικούς ουρανούς, αλλά κατά την διάρκεια μιας προσγείωσης στην βάση του.
Ήταν 24 Δεκεμβρίου 1944, παραμονές Χριστουγέννων, και το πλήρωμα επέστρεφε από την 14η αποστολή του, στο Daun της Γερμανίας, η οποία είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς. Εκείνη την ημέρα οι Υπολοχαγοί (Ι) Harry C. Merritt και Anthony Carras, βρισκόντουσαν στα χειριστήρια του B-24J, #44-40208, με την επωνυμία “The DUCHESS I”. Το αεροσκάφος τους έφθασε πάνω από το αεροδρόμιο "Attlebridge Arsenal", πετώντας σε σχηματισμό με τα υπόλοιπα B-24J, έχοντας πτερωθείσα την έλικα του Νο.3 κινητήρα, ο οποίος είχε υποστεί βλάβη. Ο Υπολοχαγός (Ι) Harry C. Merritt, στις αναμνήσεις του σχετικά με το ατύχημα, αναφέρει:
«Αφού αποσπαστήκαμε από τον σχηματισμό, πετάξαμε κυκλικά πάνω από το αεροδρόμιο ζητώντας οδηγίες προσγείωσης. Κάναμε μία κανονική τελική προσέγγιση και καθώς είχαμε μπει σε διαδικασία κατολίσθησης, ο πύργος διέταξε ένα αεροσκάφος που βρισκόταν μπροστά μας, στο ίδιο ίχνος πτήσης με εμάς, να εκτελέσει επανακύκλωση για να μας αφήσει ελεύθερο τον διάδρομο προσγείωσης, εφόσον είχαμε δηλώσει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (Emergency). Λίγο πριν οι ρόδες αγγίξουν τον διάδρομο, βρεθήκαμε μέσα στις αεροδίνες που άφηνε πίσω του αυτό το Β-24J, την ώρα που κοντεύαμε να προσγειωθούμε. Οι αναταράξεις έκαναν το ένα μας φτερό να βυθιστεί και για αυτόν τον λόγο, πρόσθεσα ισχύ στους κινητήρες, ωθώντας την μοχλός ισχύος προς τα εμπρός, για να αποκτήσουμε ταχύτητα και να εξουδετερώσουμε την επίδραση των αεροδινών και να σηκώσουμε το φτερό προς τα πάνω. Τα καταφέραμε αλλά η ταχύτητα που αποκτήσαμε ήταν αρκετή, μόνο για να ανυψωθεί η πτέρυγα. Δεν ήταν όμως αρκετή, για να πάρουμε ύψος και να εκτελέσουμε επανακύκλωση. Έτσι λοιπόν τράβηξα πάλι πίσω τις μανέτες, ελαττώνοντας την ισχύ των κινητήρων και κόβοντας ταχύτητα, οι ρόδες άγγιξαν αμέσως τον τσιμεντένιο διάδρομο. Μέχρι όμως να γίνουν όλα αυτά, είχα ήδη πέσει «μακρύς» στον διάδρομο. Για να αποφύγουμε να χτυπήσουμε ένα αεροσκάφος το οποίο είχε προσγειωθεί μπροστά μας, στρίψαμε προς τα δεξιά. Καθώς κάναμε αυτή την κίνηση, το αριστερό σύστημα προσγείωσης κατέρρευσε, στρέφοντάς μας προς τα αριστερά. Στη συνέχεια συγκρουστήκαμε με το άλλο αεροσκάφος, το B-24J, #42-95511, “Lady Too”, κωδικός T9-J, χτυπώντας τον πυργίσκο πολυβόλων τού ρύγχους, στη διαδικασία της σύγκρουσης. Κανείς δεν τραυματίστηκε σε κανένα από τα δύο αεροσκάφη».
Μιλώντας για το ατύχημα ο Carras, καταθέτει και αυτός την δική του μαρτυρία, με περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Ελληνο/Αμερικανός χειριστής αφηγείται:
«Πετούσαμε με το B-24J, #44-40208, “The DUCHESS I” και έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή μας, είχαμε πάρει πορεία επιστροφής. Καθώς όμως πλησιάζαμε στη Βάση μας, έπεσε ξαφνικά η πίεση ελαίου, στον Νο.3 κινητήρα μας. Αμέσως πτέρωσα την έλικα και μόλις φτάσαμε πάνω από το αεροδρόμιο, εκτόξευσα δύο κόκκινες φωτοβολίδες που υποδήλωναν μηχανική βλάβη. Αμέσως ο πύργος ελέγχου μας είπε να έρθουμε κατευθείαν για προσγείωση. Η προσγείωση όμως του βομβαρδιστικού, με τρεις μόνο κινητήρες, αποδείχτηκε πραγματικός εφιάλτης. Μόλις πέσαμε μέσα στις αεροδίνες του προπορευόμενου αεροσκάφους, αρχίσαμε μαζί με τον κυβερνήτη μου, τον Harry Merritt, να πατάμε με δύναμη τα ποδωστήρια του αριστερού πηδαλίου μας και εγώ προσπάθησα να προσαρμόσω την αντιστάθμιση, για να κρατήσω το δεξί φτερό ψηλά. Στην τελική προσέγγιση, ο Harry έφερνε το αεροσκάφος με αρκετά μεγάλη ταχύτητα, γιατί δεν ήθελε να πέσει «κοντός» στο διάδρομο. Εγώ για να μπορέσω να κάνω την εκτόξευση των φωτοβολίδων, είχα σταματήσει προς στιγμήν, να ασκώ δύναμη στα ποδωστήρια και γι΄ αυτό, αμέσως μετά, αναγκάστηκα να ρυθμίσω ξανά το σύστημα αντιστάθμισης των πηδαλίων. Μόλις ξεπεράσαμε τις αεροδίνες προέκυψε νέο πρόβλημα. Κατά την διάρκεια της τροχοδρόμησης στην προσγείωση, ακούγαμε συνεχώς τον ελεγκτή στον πύργο ελέγχου, να ουρλιάζει «βγείτε από τον διάδρομο!», απευθυνόμενος σε ένα αεροσκάφος που είχε προσγειωθεί μπροστά μας, το B-24J, #42-95511. Τρέχαμε με μεγάλη ταχύτητα και πλησιάζαμε επικίνδυνα το σχεδόν σταματημένο αεροσκάφος, αλλά δεν είχαμε φρένα. Δυστυχώς ο No.3 κινητήρας που ήταν εκτός λειτουργίας, είναι αυτός που σε άλλη περίπτωση θα παρείχε την ισχύ για τα φρένα. Φώναξα στον Harry: «Πρέπει να βγούμε από τον διάδρομο, γιατί αλλιώς θα συγκρουστούμε μαζί τους». Ο Harry μού απάντησε: «Σε κάθε περίπτωση, θα καταστρέψουμε το αεροπλάνο. Αν γλιτώσουμε θα μας περάσουν αεροδικείο». Είπα: «Εντάξει, προτιμώ να είμαι ζωντανός και να με περάσουν αεροδικείο, παρά να είμαι νεκρός και να μου κάνουν μία μεγαλοπρεπή κηδεία!». Έτσι λοιπόν ο έλεγχος του αεροσκάφους πέρασε σε εμένα. Μόλις ανέλαβα τα χειριστήρια, το έβγαλα από τον τσιμεντένιο διάδρομο, από την δεξιά πλευρά, τροχοδρομώντας πλέον πάνω στο γρασίδι και την άμμο. Ήλπιζα ότι το μεγάλο χωράφι, με τα λαχανάκια Βρυξελλών, το οποίο υπήρχε στο τέλος του διαδρόμου, θα μας σταματούσε, εξαιτίας του καλλιεργημένου μαλακού χώματος, αλλά πριν συμβεί αυτό, η μοίρα έβαλε το χέρι της. Πέσαμε μέσα σε μια λακκούβα στο έδαφος, χτυπώντας με το αριστερό σκέλος προσγειώσεως, το οποίο στη συνέχεια κατέρρευσε. Η αριστερή πτέρυγα έσκαψε το έδαφος. Έριξα μια αγωνιώδη ματιά, στον τσιμεντένιο διάδρομο. Το αεροσκάφος που πριν ήταν μπροστά μας, τώρα ήταν πλέον παράλληλο με εμάς, καθώς περνούσαμε από δίπλα του. Μία από τις έλικες των κινητήρων μας, βγήκε από την θέση της και εκτοξεύτηκε στροβιλιζόμενη, κόβοντας το ρύγχος αυτού τού αεροσκάφους. Τώρα είχα καταστρέψει ΔΥΟ B-24J, αλλά δόξα τω Θεώ, κανείς δεν τραυματίστηκε».

Το εικονιζόμενο B-24J, αριθμός 44-40328, με την επωνυμία “THIS ABOVE ALL” και κωδικό ατράκτου U8-T, έφερε έναν εντυπωσιακό διάκοσμο ρύγχους (nose art) και αποτέλεσε το βομβαρδιστικό με το οποίο οι Υπολοχαγοί (Ι) Merritt και Carras εκτέλεσαν τις περισσότερες από τις 35 πολεμικές αποστολές του. (UPL6379)

Η φωτογραφία πιθανότατα έχει ληφθεί στην Αγγλία, στις αρχές Οκτωβρίου 1944, λίγο μετά την άφιξη του πληρώματος στην Αεροπορική Βάση Attlebridge Arsenal (Station 120). Όρθιοι, από αριστερά προς τα δεξιά: Λοχίας (Ι) William Estep (Αερομηχανικός), Ανθυπολοχαγός (Ι) William G. Ballantine (Ναυτίλος), Υπολοχαγός (Ι) Harry C. Merritt (Κυβερνήτης), Ανθυπολοχαγός (Ι) Richard L. Humphries (Βομβαρδιστής), Υπολοχαγός (Ι) Anthony Carras (Συγκυβερνήτης). Γονατιστοί, από αριστερά προς τα δεξιά: Λοχίας (Ι) James Gianinni (Πολυβολητής), Λοχίας (Ι) Earl W. Schilling (Πολυβολητής), Λοχίας (Ι) Michael Gelesh (Ουραίος Πολυβολητής). Από τη φωτογραφία απουσιάζουν οι υπόλοιποι δύο πολυβολητές του πληρώματος, Λοχίες (Ι) Charles H. Woodruff και Garland Young. Το πλήρωμα έφερε την κωδική αρίθμηση “Crew #671” και ανήκε στην 786η Μοίρα της 466ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού. (UPL 6988)

Πορτρέτο του Ανθυπολοχαγού (Ι) Anthony Carras, λίγο μετά την αποφοίτησή του ως χειριστής βομβαρδιστικών αεροσκαφών. Κατά το 1944–1945, οι πιλότοι και τα πληρώματα των B-24 Liberator που επιχειρούσαν πάνω από τη Δυτική Ευρώπη και τη Γερμανία αντιμετώπιζαν υψηλότατα ποσοστά κινδύνου. Έως τα μέσα του 1944, οι απώλειες ξεπερνούσαν συχνά το 10% ανά αποστολή, με πολύ χαμηλές πιθανότητες επιβίωσης για ολοκλήρωση της περιοδείας των 25 αποστολών. Από το καλοκαίρι του 1944 και μετά, η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά λόγω της υπεροχής των Συμμάχων στον αέρα και της αποδυνάμωσης της Luftwaffe. Οι απώλειες μειώθηκαν σε 1–2%, και το ποσοστό επιβίωσης αυξήθηκε στο 70–80% σε ορισμένες μονάδες. Ωστόσο, ο κίνδυνος παρέμεινε υπαρκτός έως το τέλος του πολέμου, κυρίως από την αντιαεροπορική άμυνα. (Catherine Carras Cwiok)
Από τα συμφραζόμενα και των δύο μαρτυριών, προκύπτει το συμπέρασμα πως το αεροσκάφος τους, για να μην συγκρουστεί με το προπορευόμενο B-24J, s/n 42-95511, το οποίο χειριζόταν ο Διοικητής της 786ης Μοίρας, Lt Col John M Jacobowitz, αναγκάστηκε να βγει από τον τσιμεντένιο διάδρομο και τρέχοντας στο χωμάτινο πεδίο, κόντευε να προσπεράσει το σταματημένο B-24J του Jacobowitz, όταν ξαφνικά το αριστερό σκέλος προσγειώσεως, βυθίστηκε σε μια λακκούβα και η πτέρυγα άγγιξε το έδαφος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενεργήσουν ως σταθερός μοχλός, περιστρέφοντας το αεροσκάφος που χειριζόταν ο Carras, προς τα αριστερά, κατά 180 μοίρες. Ως εκ τούτου το ακροπτερύγιο της δεξιάς πτέρυγας του B-24J, των Merritt - Carras, με τη φόρα που είχε, έκοψε σαν χαρτί το ρύγχος του αεροσκάφους του Jacobowitz, διαλύοντας τον ριναίο πυργίσκο πολυβόλων και το διαμέρισμα του βομβαρδιστή. Ευτυχώς οι δύο αεροπόροι είχαν βγει από τις θέσεις τους και πιθανότατα καθόταν σε άλλο σημείο, ίσως ανάμεσα στους δύο χειριστές. Στην ζημιά που προκλήθηκε, μπορεί να συνέβαλε και η περιστρεφόμενη έλικα του Νο.4 κινητήρα, της δεξιάς πτέρυγας, ο οποίος ήταν σε λειτουργία. Στο ερώτημα, γιατί ο Jacobowitz δεν βγήκε εγκαίρως από τον διάδρομο και βρέθηκαν ξαφνικά σε πορεία σύγκρουσης μαζί του, η απάντηση προκύπτει από την μαρτυρία του Ελληνο/Αμερικανού χειριστή, προς τους οικείους του. Η αείμνηστη κόρη του, κυρία Cathy Carras Cwiok, αφηγείται:
«Ο πατέρας μου έλεγε ότι ο Jacobowitz, κατά παράβαση των κανονισμών, είχε κλείσει τον ασύρματο μόλις προσγειώθηκε και έτσι δεν έλαβε ποτέ τις προειδοποιήσεις του πύργου ελέγχου, που του φώναζε να εκκενώσει τον διάδρομο. Όταν συναντήθηκαν, ο πατέρας μου ήταν σε έξαλλη κατάσταση, επειδή εξαιτίας του κόντεψαν να σκοτωθούν και «τού την είπε άσχημα», μπροστά σε όλους τους αξιωματικούς και του καταλόγισε ευθύνες για το ατύχημα. Ο Jacobowitz ως Μοίραρχος ήταν πολύ αυστηρός με τους υφισταμένους του και όλοι τον έτρεμαν, όμως ο πατέρας μου εκείνη την στιγμή δεν μάσησε τα λόγια του. Ο Merritt εκτιμούσε και εμπιστεύονταν τον πατέρα μου και του έδινε συχνά τον έλεγχο του αεροσκάφους. Οι δυο τους κράτησαν επαφή και μετά τον πόλεμο, όπως επίσης και με τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος, διατηρώντας μακροχρόνια φιλία».
Την περίοδο από τα τέλη Δεκεμβρίου 1944, μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1945, όταν η «Μάχη των Αρδενών» βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, το πλήρωμα πέταξε σε άλλες τέσσερεις αποστολές υποστήριξης των επίγειων Αμερικανικών δυνάμεων, βομβαρδίζοντας συγκεντρώσεις Γερμανικών στρατευμάτων, σε πόλεις όπως το Daun, το Gerolstein, το Koblenz, και το Wittlich-Land, οι οποίες βρίσκονται κοντά στα σύνορα της Γερμανίας, με το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Γαλλία. Ένας ακόμη στρατηγικός στόχος που χτύπησαν, ο Carras και το πλήρωμά του, στις αρχές του 1945, ήταν το εργοστασιακό συγκρότημα του Magdeburg/Rothensee, το οποίο παρήγαγε συνθετικό πετρέλαιο από λιγνίτη. Την περίοδο Φεβρουαρίου – Μαρτίου, τα Liberators της 466ης Πτέρυγας, επέδραμαν εναντίον του τέσσερεις φορές, μέχρι την ολική καταστροφή του. Σε μία από αυτές τις αποστολές, στις 2 Μαρτίου 1945, τα πυκνά αντιαεροπορικά πυρά υπήρξαν ιδιαίτερα εύστοχα. Ένα βλήμα των 88χιλ. εξερράγη κοντά στο αρχηγό αεροσκάφος της 786ης Μοίρας Βομβαρδισμού και κάποιο θραύσμα θρυμμάτισε το παράθυρο, στην αριστερή πλευρά του πιλοτηρίου, περνώντας λίγα εκατοστά δίπλα από το κεφάλι του Ταγματάρχη (Ι) Jacobowitz. Από το ισχυρό ρεύμα αέρα που προκλήθηκε, του έφυγε ο χάρτης από τα χέρια, όμως κατάφερε να οδηγήσει τον σχηματισμό πάνω από τον στόχο. Κατά την διάρκεια της απενημέρωσης, παρά την κόντρα τους, ο Carras δεν μπόρεσε να μην εκφράσει την συμπάθειά του στον συνάδελφό του αεροπόρο και στο πλήρωμά του, για τις δύσκολες στιγμές που πέρασαν. Ο Ελληνο/Αμερικανός χειριστής εκτέλεσε την 35η και τελευταία αποστολή της θητείας του, στις 20 Μαρτίου 1945, βομβαρδίζοντας τα διυλιστήρια πετρελαίου στο Hemmingstedt, στην βόρειο Γερμανία. Στην συνέχεια επέστρεψε στις ΗΠΑ και απολύθηκε από τις τάξεις της USAAF στα τέλη του 1945. Για την πολεμική του δράση και την εν γένει υπηρεσία του, παρασημοφορήθηκε με το Air Medal και 4 Oak Leaf Clusters, το American Campaign Medal, το World War II Victory Medal, και το European-African-Middle Eastern Campaign Medal με 2 Bronze Stars.
Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Μεταπολεμικά υπέφερε από διαταραχή μετατραυματικού στρες, το οποίο είναι γνωστό ως PTSD από τα αρχικά των λέξεων Post-Traumatic Stress Disorder. Σύμφωνα με μαρτυρίες της συζύγου του προς τα παιδιά τους, ο πατέρας τους τα πρώτα χρόνια τού πολιτικού του βίου, είχε τρομερούς εφιάλτες και ξυπνούσε ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα, φωνάζοντας κάποιες φορές το όνομα της μητέρας του. Εκτός από τις άσχημες εμπειρίες του πολέμου, στο υποσυνείδητό του ίσως να υπήρχαν ριζωμένες εικόνες και αναμνήσεις της βρεφικής του ηλικίας, από την «Καταστροφή της Σμύρνης». Παρόλα αυτά, σύντομα κατάφερε να τα ξεπεράσει όλα αυτά, σε μεγάλο βαθμό, και αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κόσμο του θεάματος και του κινηματογράφου. Ο Anthony Carras σπούδασε ως μοντέρ ταινιών και ήχου, σε μία από τις πιο διάσημες σχολές θεάτρου και κινηματογράφου των ΗΠΑ, την Pasadena Playhouse, και αποφοίτησε δεύτερος στην τάξη του. Ένας από τους δασκάλους του ήταν ο θρυλικός Charlie Chaplin, ο οποίος έγινε παγκοσμίως γνωστός από τον ρόλο του ως «Σαρλό» (Charlot). Η Pasadena Playhouse σήμερα είναι ένας βραβευμένος ιστορικός χώρος, παραστατικών τεχνών, ο οποίος παράγει κάθε χρόνο μια μεγάλη ποικιλία πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και επαγγελματικών παραστάσεων. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο Carras πέρασε στον χώρο της παραγωγής, της συγγραφής σεναρίων και της σκηνοθεσίας. Εργάστηκε στην επιτυχημένη ταινία “Beach Party” η οποία απευθύνονταν στο εφηβικό κοινό, με πρωταγωνιστές την Annette Funicello και τον Frankie Avalon, αλλά και στα έξι σίκουελ που ακολούθησαν με παρόμοια θεματολογία. Συνεργάστηκε επίσης σε αρκετές ταινίες με τον διάσημο σκηνοθέτη, παραγωγό, και ηθοποιό Roger Corman, ο οποίος έμεινε γνωστός στην ιστορία του κινηματογράφου με διάφορα προσωνύμια όπως «Ο Πάπας του Ποπ Σινεμά», «Ο Πνευματικός Νονός του Νέου Χόλυγουντ» και «Ο Βασιλιάς του Καλτ», καθώς ήταν γνωστός ως πρωτοπόρος, στον χώρο του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ο Anthony Carras έζησε παντρεμένος επί 63 χρόνια, με την αγαπημένη του σύζυγο Catherine M Davis και μαζί απέκτησαν 5 παιδιά, 10 εγγόνια και 4 δισέγγονα. Ήταν πολύ περήφανος για την Ελληνική του κληρονομιά αλλά και για το ότι ήταν Αμερικανός, όπως επίσης και για το γεγονός ότι υπήρξε ιπτάμενος της USAAF στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο βετεράνος αεροπόρος απεβίωσε στις 15 Αυγούστου 2007, σε ηλικία 86 ετών, έχοντας ζητήσει να ταφεί φορώντας την στρατιωτική του στολή και το δερμάτινο αεροπορικό του τζάκετ. Σήμερα, μαζί με την σύζυγό του, αναπαύονται στο Εθνικό Κοιμητήριο του Riverside (Riverside National Cemetery). Η κόρη τους, κυρία Catherine Carras Cwiok, απεβίωσε στις 12 Ιανουαρίου 2023, σε ηλικία 66 ετών, ύστερα από τρία χρόνια σκληρής μάχης με τον καρκίνο. Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στην μνήμη της, όπως επίσης και στην μνήμη των γονιών της.

Μία ακόμη λήψη υπό διαφορετική γωνία, του Β-24J, 44-40328, "THIS ABOVE ALL". Μία ακόμη λήψη υπό διαφορετική γωνία παρουσιάζει το B-24J, αριθμός 44-40328, με την ονομασία "THIS ABOVE ALL", σε πτήση πάνω από την Ευρώπη. Το αεροσκάφος ήταν μοντέλο B-24J-155-CO της Consolidated και ανήκε στην 786η Μοίρα Βομβαρδισμού (786th Bomb Squadron) της 466ης Πτέρυγας Βομβαρδισμού (466th Bomb Group), υπαγόμενης στην 8η Αεροπορική Δύναμη των ΗΠΑ. Η μονάδα επιχειρούσε από τη βάση RAF Attlebridge στην Αγγλία, συμμετέχοντας σε αποστολές στρατηγικού βομβαρδισμού κατά στόχων υψηλής σημασίας στη Γερμανία, όπως εργοστάσια, συγκοινωνιακά δίκτυα και διυλιστήρια. Το χαρακτηριστικό κόκκινο κάθετο σταθερό με το λευκό "T", καθώς και τα διακριτικά "U8-T" στην άτρακτο, καθιστούν το αεροσκάφος άμεσα αναγνωρίσιμο στις επιχειρήσεις του 1944–45. (UPL22064)

Ο Υπολοχαγός (Ι) Anthony Carras νυμφεύθηκε την αγαπημένη του, Catherine M. Davis, στις 13 Μαρτίου 1944. Μαζί συμπλήρωσαν 63 χρόνια ευτυχισμένου γάμου, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος, και κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους απέκτησαν 5 παιδιά, 10 εγγόνια και 4 δισέγγονα. (Catherine Carras Cwiok)

Ο Anthony Carras μοιράστηκε 63 χρόνια γάμου με τη σύζυγό του, Catherine M. Davis, με την οποία δημιούργησαν μια μεγάλη οικογένεια: πέντε παιδιά, δέκα εγγόνια και τέσσερα δισέγγονα. Τρέφοντας βαθιά υπερηφάνεια τόσο για την ελληνική του καταγωγή όσο και για την αμερικανική του ταυτότητα, θεωρούσε ύψιστη τιμή τη συμμετοχή του ως ιπτάμενος στην USAAF κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν απεβίωσε στις 15 Αυγούστου 2007, σε ηλικία 86 ετών, είχε ζητήσει να ταφεί φορώντας τη στρατιωτική του στολή και το αγαπημένο του δερμάτινο αεροπορικό τζάκετ. Η τελευταία του κατοικία βρίσκεται στο Εθνικό Κοιμητήριο του Riverside, όπου αναπαύεται δίπλα στη σύντροφο της ζωής του. (Catherine Carras Cwiok)
SOURCES
1. Chalkiadopoulos, George. Personal Correspondence with Catherine Carras Cwiok. Unpublished letter, 2023.
2. American Air Museum in Britain. Accessed May 16, 2025. https://www.americanairmuseum.com/
3. 380th Bomb Group Association. Accessed May 16, 2025. http://380th.org/
